νύμφιος


νύμφιος
ὁ νύμφιος жених

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "νύμφιος" в других словарях:

  • νυμφίος — ο 1) жених; 2) Жених небесный, Христос: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται, εν τω μέσω της νυκτός....» «Се Жених грядет в полуночи» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • νυμφίος — 1 bridegroom masc nom sg νυμφίος 2 bridegroom masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νύμφιος — νύμφιος, ία, ον, θηλ. και ος (Α) [νύμφη] 1. νυφικός («οὐκ ἔμειν ἐλθεῑν τράπεζαν νυμφίαν», Πίνδ.) 2. φρ. «νυμφία παρθένος» η νύφη …   Dictionary of Greek

  • νυμφίος — ο (ΑΜ νυμφίος, Μ και νύμφιος) 1. αυτός που νυμφεύεται, ο γαμπρός («ἁρμόζων κόρᾳ νυμφίον ἄνδρα», Πίνδ.) 2. στον πληθ. οι νυμφίοι οι νεόνυμφοι, το νιόπαντρο ζευγάρι («τοῑς νεωστὶ νυμφίοις», Ευρ.) 3. μτφ. ο Χριστός, για να δηλωθεί η συμβολική του… …   Dictionary of Greek

  • νυμφία — νυμφίος 2 bridegroom neut nom/voc/acc pl νυμφίᾱ , νυμφίος 2 bridegroom fem nom/voc/acc dual νυμφίᾱ , νυμφίος 2 bridegroom fem nom/voc sg (attic doric aeolic) νυμφίᾱ , νυμφιάω to be in a frenzy pres imperat act 2nd sg νυμφίᾱ , νυμφιάω to be in …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νυμφίον — νυμφίος 1 bridegroom masc acc sg νυμφίος 2 bridegroom masc acc sg νυμφίος 2 bridegroom neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νυμφίων — νυμφίος 1 bridegroom masc gen pl νυμφίος 2 bridegroom fem gen pl νυμφίος 2 bridegroom masc/neut gen pl νυμφιάω to be in a frenzy imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) νυμφιάω to be in a frenzy imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νυμφίως — νυμφίος 1 bridegroom masc acc pl (doric) νυμφίος 2 bridegroom adverbial νυμφίος 2 bridegroom masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νυμφίε — νυμφίος 1 bridegroom masc voc sg νυμφίος 2 bridegroom masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νυμφίοι — νυμφίος 1 bridegroom masc nom/voc pl νυμφίος 2 bridegroom masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νυμφίοιν — νυμφίος 1 bridegroom masc gen/dat dual νυμφίος 2 bridegroom masc/neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)